View‎ > ‎

Texts (GR)

"Λαθραίος Χρόνος", 2006

Από τον κατάλογο του ΠΕΔΙΟΥ ΔΡΑΣΗΣ ΚΟΔΡΑ’ 06, και την έκθεση ‘LOCAL HEROES’ με την επιμέλεια της Μαρίας Κενανίδου, 2006.


Στην ιδιαίτερα ελκυστική βιντεοεγκατάσταση της "Λαθραίος χρόνος" n Φωτεινή Καριωτάκη. αμφισβητεί τα όρια μεταξύ πραγματικού 

ονειρικού χώρο-χρόνου. μέσω αισθήσεων, ήχων, συναισθημάτων και συγκινήσεων.Παίρνοντας αφορμή από τον χώρο του 

στρατοπέδου, φορτισμένο με μνήμες και συναισθήματα ιδιαίτερης βαρύτητας, με την έννοια της υπερβολής, 

αρνητικά όπως φοβίες, καταπίεσή, φανατισμό, πόνο, δυστυχία, απελπισία, μοναξιά, υποταγή, βία, αδιέξοδο, στενοχώρια, μίσος, 

αλλά και έντονη αλληλεγγύη, συναδελφικότητα, φιλία, απολαύσεις, όλα στον υπερθετικό τους βαθμό, ο άνθρωπος αποζητά τον χρόνο 

και την στιγμή που ενδοσκοπώντας θα τον επαναφέρουν στιγμιαία και σχεδόν λαθραία, στην πραγματική υπόστασή του είναι του. 

Αποζήτά επιτακτικά τον απόλυτα προσωπικό χώρο-χρόνο επαναφοράς του, πνευματικό ή πραγματικό όπου, εν δυνάμει, θα βρεθεί με 

τις ανάγκες, τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις μνήμες του. 

Στην σύγχρονη καθημερινότητα ο χωροχρόνος δεν επιδιώκεται συνειδητά, σε καταστάσεις όμως υπερβολής αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα 

και μοναδικότητα μέσα από την διαδικασία διόγκωσης ή ελαχιστοποίησης του "Εγώ" ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις και αποβαίνει 

απρόσμενα ωφέλιμος ή καταστροφικός, καθώς πάντοτε κατά την διάρκεια σχοινοβασίας των ορίων του, ο άνθρωπος ευαισθητοποιείται 

στο έπακρο αποκτώντας μοναδική διαύγεια και καθαρότητα όσον αφορά την αυτοσυνειδητότητα και την προσωπική ή συλλογική 

αλήθεια για τα πράγματα. 

Η καλλιτέχνης δίνει τη δυνατότητα στον παρατηρητή να εισβάλει στο χώρο-χρόνο της που καταλαμβάνει το έργο, να τον εξετάσει 

προσεκτικά, αποκτώντας μία διαδραστική σχέση με το έργο τέχνης, παίζοντας έτσι έναν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και την 

υποδοχή του. Ο χώρος χωρίς να εγκλωβίζει τον θεατή μέσα στο δωμάτιο, τον προδιαθέτει να βυθισθεί με τις αισθήσεις του, 

σε ένα πείραμα αλληλεπίδρασης ανάμεσα σ' αυτόν και το έργο τέχνης, μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, μεταξύ υπαρκτού 

και πλασματικού, που εμπλέκονται αλληλεπιδρούν ή συνχωνεύονται. 

Δύο ακραίες ανδρικές φιγούρες-σκιές εμφανίζονται σε δύο διαφορετικά σημεία του χώρου, δύο διαφορετικές εκφράσεις σώματος, 

με αντιθετικές συζεύξεις  χαρακτηριστικών γνωρισμάτων, αλλά με την ίδια ένταση στην απόδοσή τους, συνθέτουν μία εφιαλτική 

αίσθηση ενός χώρου πραγματικού ή φανταστικού που σε συνδυασμό με ακανόνιστα ακούσματα ψιθύρων και αναπνοών και ένα 

συνεχές αποτύπωμά ενός απροσδιόριστου θορύβου πάνω σ' αυτόν, διεγείρουν τα αισθητήρια του παρατηρητή ευαισθητοποιώντας τον, 

ως δέκτη πολυσήμαντων ερεθισμάτων. Αυτή n διαμεσολάβηση επικοινωνιακού θορύβου δημιουργεί αισθήματα υπερβολής, απόστασης 

και τρυφερότητας. 

Η θεματολογία της μας μεταφέρει σ' έναν εσωτερικό - φανταστικό κόσμο με έντονα συναισθήματα. Σε αντίστιξη με τις δύο αντρικές 

φιγούρες και όλο το συναισθηματικό φορτίο του χωροχρόνου μέσα στο οποίο εντάσσονται, χορεύει ανάλαφρα στο κέντρο της 

βιντεοεγκατάστασης, ορατή από όλα τα σημεία, μία αέρινη κοριτσίστικη φιγούρα κλέβοντας την παράσταση.

Η νεανική φιγούρα ανάλαφρη από παρελθόν μετατρέπεται, μορφοποιείται σε όραμα ανεκπλήρωτων επιθυμιών, προσδοκιών 

και τον δικό της "λαθραίο χρόνο" μπορεί να τον μοιραστεί μαζί με τον θεατή γιατί είναι αγνός και απελευθερωμένος από κάθε είδους φορτία. 

Ο χορός της ξετυλίγεται μέσα στον προσωπικό της θελκτικό χωροχρόνο που αν και σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, "ενέχει το παρελθόν, το παρόν 

και το μέλλον που εμφανίζονται ενιαία" ο παρατnρητής επιθυμεί να τον οικειοποιηθεί γιατί ανήκει περισσότερο στο μέλλον. 

Μας εισάγει σε μία νέα προοπτική αντίλnψης του χωροχρόνου εμπλέκοντας ανορθόδοξα τα διαφορετικά - ιδιωτικά - συστήματα 

χωροχρόνου τους. Παρά τις αποκλίσεις όμως οι ιδιωτικοί χώροι και χρόνοι δεν μπορούν να θεωρηθούν απομονωμένοι μεταξύ τους. 

Όπως απέδειξε ο Minkowski "ανήκουν όλοι σε μία και μοναδική, παγκόσμια περιοχή που είναι μια ένωση του χώρου και του χρόνου, 

του χωροχρόνου". Στη διαδικασία ανάγνωσης των έργων αυτών, ο θεατής καλείται να αποκωδικοποιήσει την εννοιολογική τους ύπαρξη 

και οντότητα, γινόμενος μέτοχος της προσωπικής της αφήγnσης συμμετέχοντας άθελά του, στη διάρκεια του χρόνου που εισάγει.



Μαρία Κενανίδου 
Iστορικός τέχνης














"Thing-In-Itself", 2002


Κείμενο από τον ομότιτλο κατάλογο / ημερολόγιο 

της έκθεσης ΓΝΩΣΤΑ-ΑΓΝΩΣΤΑ 

που πραγματοποιήθηκε 

στην Γκαλερί ΛΟΛΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ το Δεκέμβριο του 2004

 



Η σχέση μας με την αφελή προφάνεια των πραγμάτων[1]

Στην διαμόρφωση μιας προσωπικής προσέγγισης και ενός εν εξελίξει διεισδυτικού συστήματος σκέψης και δημιουργίας που
αφορά στους ειδικούς κώδικες αντιληπτικότητας και επικοινωνίας, η Φωτεινή Καριωτάκη μελετά συστηματικά τις φιλοσοφικές
θέσειs του Hegel, του Kant και του Κώστα Αξελού, θεωρίες που διερευνούν τις έννοιες των φαινομένων της αντίληψης, της αντινομίας,
της δυικότητας, της σχετικότητας και της εμφάνισης ή αποκάλυψης του κόσμου. Η ίδια γνωρίζει ότι οι νέες τεχνικές ψηφιοποίησης
της εικόνας και η τεχνολογία της παρακολούθησης προκαλούν σήμερα μία πολύπλοκη και επικίνδυνη υβριδική σχέση,
βασιζόμενη σε επιβεβλημένες έννοιες όπως: προσομοίωση, εικονική πραγματικότητα, παγκοσμιοποίηση, αριθμοποίηση, μετάλλαξη 

του εικονικού χωροχρόνου, σε αντίθεση με τον πραγματικό χρόνο, γεγονός που ενισχύει τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και της 

παρεμβατικής συμβολής του εφήμερου ή του τυχαίου.
Από την περίοδο των εγκαταστάσεων που αναφέρονται στην σχετικότητα των πραγμάτων (“Αλήθεια είναι ψέματα”, 1998) 

μέχρι την πρόσφατη εγκατάσταση “Thing-Ιn-Ιtself”, 2002, [2] η Φωτεινή Καριωτάκη δημιουργεί αυστηρές μινιμαλιστικές διαδραστικές

εγκαταστάσεις (δισδιάστατες, τρισδιάστατες, επιτοίχιες, 

τοποθετημένες στο πάτωμα) όπου 

ο θεατής 

καλείται να βιώσει εμπειρίες 

πρόσληψης, σύλληψης και ταυτόχρονα “αποϋλοποίησης” των αντιληπτικών φαινομένων, 

γεγονός που 

ενισχύει την έννοια της 

σχετικότητας των φαινομένων, της ρευστότητας, της “ακριβούς” αλήθειας και της δεδομένης πραγματικότητας. 

Σύμφωνα με τον Maurice Merleau-Ponty, η ζωγραφική και η τέχνη γενικότερα αποτελεί τον τρόπο όρασης του κόσμου αλλά και του
προσανατολισμού ή αποπροσανατολισμού μας μέσα σε αυτήν. “Δεν παύουμε ποτέ να ζούμε μέσα στον κόσμο της αντίληψης
πέραν του επαληθευμένου αληθούς ή ψεύδους, αλλά η κριτική σκέψη μας κάνει να προσπερνάμε το γεγονός αυτό, σε τέτοιο σημείο
μάλιστα ώστε να λησμονούμε πόσο μεγάλη είναι η συνεισφορά του στο σχηματισμό της ιδέας που έχουμε για την αλήθεια”[3]
Το έργο - εγκατάσταση “Thing-Ιn-Ιtself” (2002) αποτελείται από εννέα “επεισόδια - καταστάσεις αισθήσεων”, αντίληψης και
προσωπικής ερμηνείας βασικών κατηγοριών που αναφέρονται στην ανθρώπινη ύπαρξη και κυρίως στην προβληματική της όρασης,
στον πρωταρχικό τρόπο σχέσης του ανθρώπου με την φυσική πραγματικότητα, τον κόσμο και το είναι (σκέψη, σώμα, φύση,
νερό, χρήμα, απειλή, επικοινωνία, τεχνολογία, θάνατος). Οι ενότητες αυτές δεν ακολουθούν μία συγκεκριμένη αλληλουχία, αλλά ως
ανοιχτά και ανεξάρτητα σύνολα με αμφίσημες σχέσεις, προσκαλούν και προκαλούν τις αισθήσεις και την κριτική ερμηνεία του
αποδέκτη - θεατή, καθοδηγώντας την αντιληπτική του συμπεριφορά σε πολλαπλά επίπεδα αναγωγής. Αυτή η αναγωγή
“δεν μας τοποθετεί πέραν του κόσμου αλλά ‘εδώθε’ του κόσμου, μας δεσμεύει μέσα σ’ αυτόν ως ένσαρκα υποκείμενα.
Το συνεχές υφάδι, όπου το πνεύμα μας κεντά τα ασυνεχή σχέδια των πράξεών μας, δεν είναι παρά η επίμοχθη και τεχνητή
κατασκευή του πνεύματός μας. Τίποτε δεν μας εξουσιοδοτεί να επιβεβαιώσουμε τη διάρκεια”[4] . Ταυτόχρονα αυτές οι νοητές
αρθρώσεις αντίληψης ή βιωματικής σύλληψης (ως μορφή ή ως έννοια) που προσφέρει κάθε νέο ερμηνευτικό βλέμμα,
ενισχύουν την έννοια της ανατρεψιμότητας (ενισχύοντας ταυτόχρονα την έννοια της πολλαπλότητας) και της δημιουργικής
ανισορροπίας ανάμεσα στο δυιστικό σύστημα υποκείμενο-αντικείμενο. Οι διαμάχες και οι αντιθέσεις, οι συγκρούσεις
και το εν αιωρήσει πέρασμα από την μία κατάσταση στην άλλη (από το χάος στην διαμορφωμένη εικόνα) δραστηριοποιούν
την διάνοιξη νέων προοπτικών αντίληψης. Στην προσπάθεια εκφοράς του προσωπικού της εικαστικού ιδιώματος,
η Φωτεινή Καριωτάκη μας αποκαλύπτει την φαντασιακή δομή του ορατού αλλά ταυτόχρονα και του αόρατου, του οικείου
που εμφανίζεται ως ανοίκειο και ταυτόχρονα σαγηνευτικό, αυτό που προκαλεί δονήσεις στις επιβεβλημένες ή καθοδηγούμενες
προσλαμβάνουσες. Ακολουθώντας ελεύθερα το ένστικτο και τη γνώση του, ο θεατής μπορεί να προκαλέσει την ανάδυση
νέων σημείων προσανατολισμού μέσα στον κόσμο.

            Δρ Σάνια Παπά

Θεωρητικός Τέχνης

Διευθύντρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης

Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2004



[1] Ο τίτλος προέρχεται από το σύγγραμμα του Maurice Merleau-Ponty “Η αμφιβολία του Σεζάν. Το μάτι και το πνεύμα”.

[2] Το έργο “Thing-Ιn-Ιtself”  δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του residency στο ISCP (International Studio and Curatorial Program) στην Νέα Υόρκη (2002) με την 

      υποστήριξη του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης.

[3] Maurice Merleau-Ponty, “Η αμφιβολία του Σεζάν. Το μάτι και το πνεύμα”, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1991, σελ. 9. (Εισαγωγή της Αλέκας Μουρίκη)

[4] Gaston Bachelard, “L’ intuition de l’ interêt”, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997, σελ. 29-30.














Εφημερίδα EL PAIS – Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2004

 

JAVIER MADERUELO  -  ARCO 2004

-Vanguardismo griego-

-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΒΑΝΓΚΑΡΝΤ-


Η συμμετοχή των ελλήνων είναι μια νέο-αβανγκάρντ απάτη.’


‘Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι αυτό που αντιλαμβανόμαστε είναι 

το αποτέλεσμα της απώλειας 

της ταυτότητας.’

    

Φέτος, η ΑRCO προσπαθεί να παρουσιάσει ένα εικαστικό πανόραμα της σημερινής Ελλάδας για το οποίο προσκλήθηκαν 15 γκαλερί που δουλεύουν 

στον τομέα της σύγχρονης τέχνης. Αν επιλέγαμε μια υποτιθέμενη επιτροπή ειδικών για να αναλύσουμε τα χαρακτηριστικά της εικαστικής ελληνικής 

δραστηριότητας ( ή οποιασδήποτε άλλης  χώρας ), πολύ πιθανόν να μην φτάναμε σε κανένα αποτέλεσμα. Γι’ αυτό, όταν βλέπουμε τα έργα που 

προσκομίζουν μια χούφτα από γκαλερί, με ατομικά και μεροληπτικά κριτήρια, μας φαίνεται αδύνατο να αποσταχθεί καμία εικόνα που να διαγράφει 

τις σιλουέτες του χαρακτήρα της εικαστικής δραστηριότητας της Ελλάδας. Όμως, όταν πρέπει να δοθεί ένας ισολογισμός  της δραστηριότητας αυτής, 

δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε πολλά. Γνωρίζουμε ότι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης έφτασε σε όλα τα κοινωνικά 

επίπεδα, σε μια χώρα που κάνει μια τεράστια προσπάθεια για να καταφέρει να είναι στο ύψος του ευρωπαΪκού μέσου όρου.     

    Με αυτή την έννοια, η πλειοψηφία των προσκεκλημένων γκαλερί επέλεξε να προσφέρει μια διπλή όψη. Από την μια παρουσιάζει το έργο ελλήνων 

καλλιτεχνών που υιοθέτησαν το στύλ και τις  ρητορικές της παγκοσμιοποιημένης γλώσσας, ενώ από την άλλη παρουσιάζει έργα ξένων καλλιτεχνών 

τους οποίους εκπροσωπούν στην Ελλάδα, με σκοπό να πιστοποιήσουν το διεθνή χαρακτήρα της εμπορικής γραμμής τους. Αντιλαμβάνεται κανείς πίσω 

από αυτήν την στρατηγική ένα είδος απόρριψης ή προμελετημένης απομάκρυνσης από τις κοινοτοπίες  περί του ελληνικού και μια αποστασιοποίηση 

από την ιστορία που αναμφίβολα, πρέπει να είναι ένα τεράστιο βάρος στην ελληνική κουλτούρα. Προφανώς, κανένας δεν περίμενε να βρεθεί μπροστά 

σε μια φολκλορική ή νοσταλγική εικόνα της σύγχρονης ελληνικής τέχνης. Παρόλα αυτά, είναι ανησυχητικό αυτό που λαμβάνουμε να είναι αποτέλεσμα 

της απώλειας της ταυτότητας και του τοπικού χαρακτήρα. Αυτό είναι κάτι που έχει επιβληθεί σαν προϋπόθεση για να μπορούν να παραχθούν προϊόντα 

ισοδύναμα στα μέτρα της παγκόσμιας αγοράς.

    Η άλλη ιδέα που προσπαθεί να περάσει, είναι αυτή του πλουραλισμού των εκφραστικών μέσων και της ποικιλίας των αισθητικών τάσεων με τις 

οποίες δουλεύουν οι έλληνες καλλιτέχνες. Οι πλειοψηφία των γκαλερί προσφέρουν έργα κάθε λογής. Από την συμβατική ζωγραφική στις κατασκευές 

με αντικείμενα, από την γλυπτική στο βίντεο. Το σύνολο της έκθεσης φαντάζει ένα εικαστικό συνοθύλευμα.

Σε μια άκρη αυτού του τόξου, θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε κάποια έργα πιο γαλήνια και ποιητικά, όπως το έργο της Φωτεινής Καριωτάκη

ένα κουτί από φως που διασχίζεται από τρεμάμενες κλωστές και η φωτεινή τους ένταση τρεμοπαίζει απαλά. Επίσης το έργο του Νίκου Αλεξίου

δίχτυα πλεγμένα από καλάμια ή το έργο του Γιώργου Χατζημιχάλη, μια μικρή ανάσα, μόλις έναν υπαινιγμό, φτιαγμένο από μία μικροσκοπική 

λάμπα από φακό.

   Απέναντι από αυτά τα λεπτεπίλεπτα έργα τοποθετούνται, στην άλλη άκρη του τόξου, τα τσιριχτά και χυδαία κομμάτια του Άγγελου Παπαδημητρίου

Στα έργα του, μυθολογικά πρόσωπα σαν τον Απόλλωνα η την Δάφνη μεταλλάσσονται σε φιγούρες κιτς  νταβατζήδων και μεταμοντέρνων λολιτών. 

Οι φιγούρες αυτές τοποθετούνται ανάμεσα σε κουρτίνες, φορτωμένα έπιπλα και δάκρυα από φωτιστικά σαλονιού. Από τη μεριά της η Ελένη Λύρα 

εκμεταλλεύεται την ψηφιακή φωτογραφία για να δημιουργήσει φορέματα και βαμμένα χαρτιά με τα οποία αναπαρίστανται ατμόσφαιρες αμφίβολου 

γούστου όπου πάνω σε πράσινο φόντο εμφανίζονται εμπριμέ γαϊδουράγκαθα από τα οποία αναδύονται γυναικεία πρόσωπα που φωνάζουν. 

Αυτές οι κραυγές, βρίσκονται αντιμέτωπες με την ήρεμη στάση του κλασσικού μύθου του Λαοκόωντα  που δεν άφησε να του ξεφύγει ούτε μία κραυγή 

στο βασανισμένο θάνατό του. Αντιθέτως αυτές οι κραυγές δείχνουν το επίπεδο του επιτηδευμένου αβανγκαρντισμού που επικρατεί σε αυτό το 

συμπόσιο των γκαλερί.

    Όπως σε όλες τις εκφράσεις της μεταμοντέρνας παγκοσμιοποίησης που τείνουν να μεταδώσουν ότι ο κόσμος είναι εντάξει και οι πληθυσμοί 

είναι ευτυχισμένοι, πολλά από αυτά τα έργα, ανεξάρτητα από τα απτά αποτελέσματα είναι μάταια και ανούσια. Όμως, δεδομένου ότι γίνεται μια 

προσπάθεια να παρουσιαστεί ένα πλουραλιστικό σύνολο των δραστηριοτήτων σε μια χώρα που ανοίγεται στον εκσυγχρονισμό, δεν μπορούν να 

λείπουν έργα κοινωνικής κριτικής. Αυτόν το ρόλο τον έχει αναλάβει ανάμεσα σε άλλους η Σια Κυριακάκος η οποία δείχνει ένα φωτογραφικό 

assemblage με έναν εργάτη οικοδόμο που δουλεύει σε ένα άθλιο έργο, οπλισμένο με ένα φτυάρι. Αυτήν την κοινωνική τάση την εκπροσωπεί ακόμα 

περισσότερο ο Αλέξανδρος Ψυχούλης που δημιουργεί τα έργα του με κορδόνια από παπούτσια σε ροζ χρώμα. Με αυτά φτιάχνει ένα πλαδαρό 

καροτσάκι για τα ψώνια με στήθος ή με ένα σουτιέν από το οποίο κρέμονται φυσιγγιοθήκες ή εκρηκτικά. Παρ’ όλα αυτά ο ανεκδοτικός χαρακτήρας 

και ο τρόπος πού καταλήγουν αυτά τα έργα αφαιρεί αποτελεσματικότητα στην υποτιθέμενη κριτική και τα μετατρέπει σε ένα απλό παιχνίδι χωρίς 

φορτίο ούτε περιεχόμενο.

   Έναντι της σοβαρής παρουσίασης πού χαρακτήρισε φέτος την ARCO, όπου πολλές γκαλερί εκθέτουν κλασικά έργα του μοντερνισμού με τέτοιο 

τρόπο ώστε τα περίπτερα να μοιάζουν με αίθουσες μουσείου, η συμμετοχή των Ελλήνων μοιάζει φτιαχτή νέο-αβανγκάρντ, με μία τάση προς το 

ανούσιο και το κιτς. Τέλος πάντων, στην Ισπανία τα έχουμε περάσει κι εμείς αυτά, η αβανγκάρντ είναι σαν την ακμή, μια ελαφριά 

δυσλειτουργία της νεότητας.


























 "Νοήμονα Μπαλάκια", 1998

 "Intercardnet", 1998


Comments