08. Ληστρική επίθεση - Αύγουστος 1928.



Θρασυτάτη ληστρική επίθεσις αποκρούεται ηρωικώς εν Δασυλλίω υπό των αδελφών Παπανικολάου

(Από χειρόγραφο του Κων/νου Β. Παπανικολάου)

Το υψηλόν και ακμαίον αίσθημα δημοσίας τάξεως και ασφαλείας το οποίον, μέχρι της ενάρξεως του έτους 1928, κατείχε τους ορεινούς πληθυσμούς των βορειοδυτικών περιοχών των επαρχιών Γρεβενών και Βοΐου, ήρχισε να κλονίζεται από του θέρους του αυτού έτους και να αποδυναμούται, συν τω χρόνω, όταν τα αρχικώς αραιά κρούσματα ληστείας, τα οποία έλαβον χώραν εις τας άνω περιοχάς και πέριξ, διαδέχοντο κατά συχνότερα χρονικά διαστήματα, το ένα το άλλο και υπερείχον εις αγριότητα και απανθρωπίαν τα νεώτερα των προηγηθέντων τοιούτων.
Φόβος και τρόμος είχε καταλάβει τους κατοίκους των άνω περιοχών και ίδία εκείνους εξ αυτών, οι οποίοι συνέβαινον να είχον μίαν σχετικήν οικονομικήν άνεσιν έναντι των συμπατριωτών των. Τον φόβον και τρόμον, ον επροκάλουν οι διαδόσεις και ψίθυροι ότι οι "Βασιλείς των ορέων", όπως ηρέσκοντο να αποκαλούν εαυτούς των οι αρχηγοί των ληστρικών συμμοριών, θα διήρχοντο εκ των χωρίων των, ή ότι θα ελημέριαζαν εις γειτονικάς περιοχάς των, επέτεινεν έτι περισσότερον και η εις μέγα βαθμόν κλονισθείσα εμπιστοσύνη του κοινού προς τας Αστυνομικάς Αρχάς (Χωροφυλακήν). Τον κλονισμόν αυτόν της εμπιστοσύνης του κόσμου προς τας εν λόγω Αρχάς είχε προκαλέσει και το γεγονός ότι η Χωροφυλακή εις ολόκληρον την περιοχήν δεν είχε επιτύχει ούτε να προλάβει αλλ΄ούτε και να καταστείλει αποτελεσματικώς ουδ΄εν εκ των πολλαπλών έως τότε κρουσμάτων ληστείας. Αι αναφανείσαι τότε ληστοσυμορίαι του Φορφόλια, Μπαμπάνη κ.λ.π. γνωρίζουσαι καλώς από τους πληροφοριοδότες των (κτηνοτρόφους κ.λ.π.) την προς καταδίωξίν των αδυναμίαν και ανεπάρκειας των Αρχών Χωροφυλακής και έχουσαι ως ορμητήρια και κρησφύγετα τας δασώδεις και απροσίτους δειράδας και κορυφάς της οροσειράς Πίνδου και Βοΐου ελαφυραγώγουν, ελυμαίνοντο και κατεδυνάστευον ανεμποδίστως τους κατοίκους των εν λόγω περιοχών.
Υπό τοιαύτας συνθήκας η ζωή εν υπαίθρω τόσον εις τα χωρία, όσον και εις τας μικράς κωμοπόλεις, ήτο αφόρητος. Οι κάτοικοι, αν όχι όλοι, οι σχετικώς εύποροι δεν είχον ούτε πνευματικήν ηρεμίαν, ούτε και ψυχικήν γαλήνην. ΄Ησαν αναγκασμένοι όλην την ημέραν να μένουν έγκλειστοι εις τας οικίας των, την δε νύκτα να αμπαρώνονται και με τα όπλα ανά χείρας να είναι έτοιμοι δια την απόκρουσιν πάσης τυχόν επιθέσεως εκ μέρους των ληστών, οι οποίοι διήρπαξαν τας περιουσίας των, απήγαγον ομήρους και αφήρουν και ζωάς ανθρώπων.
Την εποχήν εκείνην εις το χωρίον μας Δασύλλιον ο θείος μου διετήρη παντοπωλείον με αφθονίαν εμπορευμάτων πάσης φύσεως (τροφίμων, υφασμάτων, υαλικών, σιδηρικών κ.λ.π.). Το περιουσιακόν τούτο στοιχείον απετέλει, κατά τους ληστοσυμμορίτας, τεκμήριον ευπορίας και πλούτου διά τον κάτοχόν του, και δι΄αυτό εγκαίρως το είχον επισημάνει και περιλάβει εις το πρόγραμμά των να το καταπατήσουν εις πρώτην ευκαιρίαν και να ληστεύσουν τον ιδιοκτήτην του.
Οι συγχωριανοί μας κτηνοτρόφοι, είτε διότι μας ηγάπων και δεν ήθελον να μας κάνουν κακόν ή ζημίαν, είτε διότι εφοβούντο, διότι εάν μας κατεπάτουν οι λησταί θα εδημιουργούντο εις βάρος των υπόνοιαι ότι και αυτοί συνήργησαν εκ του αφανούς εις την καταστροφήν μας, οπότε και αυτοί θα κατεδιώκοντο και θα ετιμωρούντο, μας επληροφόρουν ότι κυκλοφορούν εις τα όρια των γειτονικών χωρίων συμμορίαι ληστών και να μη εξερχώμεθα της οικίας μας και ότι πρέπει πάντως πολύ να προφυλασσώμεθα. Πράγματι τας συστάσεις των αυτάς τας ετηρούσαμε και από ενωρίς εκλειδώναμε τας θύρας της αυλής και κυρίας εισόδου της οικίας μας, ως και της οπισθίας της οικίας μας μικράς θύρας.
Το εσπέρας όμως της 23 Αυγούστου 1928, καθ΄ην νύκτα μας επετέθησαν οι λησταί, καθυστερήσαμε με τον θείον μου Βαγγέλην να εγκλεισθώμεν ενωρίς εις την οικίαν μας. Είχεν έλθει την ημέραν εκείνην από τον Δομοκόν ο συγχωριανός μας και φίλος μας Ι. Τασιούλας , εργολάβος, στην οικίαν του οποίου είχομεν μεταβεί τας απογευματινάς ώρας να μας δώση εφημερίδας. Ηθέλομεν, πολύ να μάθωμε κανένα νεώτερον, διότι εστερούμεθα από ημερών νέων. Ευτυχώς όμως, ότι κατά την επάνοδόν μας εις την οικίαν μας εισήλθομεν εις αυτήν από την οπισθίαν μικράν θύραν και όχι από την έμπροσθεν κυρίαν είσοδον, όπου το αλώνιον και παραπλεύρως αυτής το παντοπωλέιον. Λέγω ευτυχώς διότι την στιγμήν εκείνην οι τέσσαρες λησταί μετά των δύο συνοδών των ευρίσκοντο εις το προ του παντοπωλείου και κυρίας εισόδου αλώνιον και θα μας συνελάμβανον αμαχητί αμφοτέρους. Μόλις εισήλθωμεν και εσυρτώσαμεν την θύραν ο πατήρ μου μας παρετήρησεν αυστηρώς διά την καθυστέρησιν προσελεύσεώς μας εις την οικίαν μας, μας υπέμνησε την σοβαρότητα της καταστάσεως ήν διερχόμεθα και μας ετόνισεν ιδιαιτέρως ότι δεν πρέπει να εκτιθέμεθα εις κινδύνους, όταν μάλιστα οι ίδιοι οι συγχωριανοί μας κτηνοτρόφοι μας ειδοποίουν ότι πρέπει πολύ να προφυλασσώμεθα ημέραν και νύκτα. 
< (Φωτ. του 1926. Από αριστερά: Σουλτάνα Παπανικολάου, με τον γυιό της Αθανάσιο στην αγκαλιά, Ευάγγελος Παπανικολάου, με τη χαρακτηριστική τοπική ενδυμασία, Κονδύλω Παπανικολάου και τα παιδιά: Δημήτριος, Αργυρώ, Δωροθέα Ηλία Παπανικολάου και Καλλιόπη Δημοσθένη Παπανικολάου).
΄Ολοι είχον τελειώσει το δείπνον και μόνον ο Θείος μου και εγώ δεν είχομεν ακόμη δειπνήσει. Εις το τραπέζι ήτο σερβιρισμένον το φαγητόν μας και εκαθίσαμε να τρώγωμεν. Την στιγμήν αυτήν μας διέκοψε το φαγητόν μας μία τρέμουσα φωνή ενός συγχωριανού μας κτηνοτρόφου του Στεργίου Αθ. Σκόδρα καλούντος "Βαγγέλη", "Βαγγέλη". Του απαντά ο θείος μου. -Ε΄, τι θέλεις τέτοια ώρα: "΄Ελα να μου δώσεις σιγάρα" - "Σιγάρα εγώ δεν έχω, πήγαινε εις το άλλο μαγαζί του Δελβινιώτη". Δεν περνούν πέντε λεπτά της ώρας και ακούεται μία άλλη περισσότερον τρέμουσα φωνή του Παύλου Κολοβού λέγοντος: "Βαγγέλη" "Βαγγέλη". "΄Ανοιξε. Θέλω να μου δώσης ολίγο ούζο". "Ούζο δεν έχω, του απαντά ο θείος μου.
Κατόπιν τούτων αρχίσαμε να υποπτευώμεθα ότι κάτι το σοβαρόν και δυσάρεστον μας περιμένει.... Ευτυχώς τα μέσα τα οποία μετήλθον οι λησταί να εξαπατήσουν τον θείον μου να ανοίξη το παντοπωλείον την νύκτα και ούτω να τον συλλάβουν δεν ήσαν, όσον ήλπιζον, πειστικά, αλλ΄ηστόχησαν και δεν επέτυχεν ο σκοπός των.
Πέραν των πληροφοριών τας οποίας είχομεν ότι τας ημέρας εκείνας εκυκλοφόρουν ληστρικαί συμμορίαι εις τα γειτονικά χωρία και εκ φόβου διετηρείτο κλειστόν το παντοπωλείον ακόμη και την ημέραν, οι λόγοι οι οποίοι συνετέλεσαν να μη πεισθή ο θείος μου να εξέλθη της οικίας και να ανοίξη το παντοπωλείον και μάλιστα νύκτα, ήσαν και οι εξής: Πρώτον διότι ο Στέργιος, ο οποίος εζήτησε να αγοράση σιγάρα, δεν εκάπνιζε και δεύτερον διότι ο Παύλος, τον οποίον τας ημέρας εκείνας εχρησιμοποιούσαμεν δι΄επισκευήν της οικίας μας και προσφέρομεν εις αυτόν ποτόν ούζο, δεν το έπινε.
Οι λησταί, αφού είδαν ότι αι προσκλήσεις του θείου μου υπό των δύο συνοδών των να ανοίξη το παντοπωλείον δεν επέδωσαν, ιστάμενοι εις το αλώνιον, ήρχισαν, εν συσκέψει, να καταστρώνουν νέα σχέδια δι΄επιτυχίαν του σκοπού των, ύστερα από ανταλλαγήν απόψεων κατέληξαν εις την απόφασιν να παραβιάσουν την οπισθίαν θύραν της οικίας μας. Δια του τρόπου αυτού θα εισήρχοντο εις την οικίαν θα συνελάμβανον ένα εκ των αδελφών Παπανικολάου, ή και μέλος των οικογενειών των και θα εζήτουν δια την απώλυσίν των όσα λύτρα ήθελον. Μέχρις ότου όμως καταλήξουν εις την λήψιν της αποφάσεώς των αυτής είχον παρέλθει περί τα 15' λεπτά της ώρας.
Εν τω μεταξύ ο χρόνος ο οποίος παρήρχετο, έτρεχε υπέρ ημών. Ηρχίσωμεν αμέσως όλοι να ετοιμαζώμεθα και να εξοπλιζώμεθα. Ανεσύρομεν από τους κρυψώνας τα πανίσχυρα όπλα μας (μάουζερ-μάννλιχερ), περίστροφα (μπράονικ) και σειράς ολοκλήρους από παλάσκας και δεσμίδας από φυσίγγια με σφαίρας ταμ - ταμ και άλλα.
Εσβύσαμε τα φώτα και από τα παράθυρα παρηκολουθούσαμε τας κινήσεις των. ΄Ητο η νύκτα πολλή φωτεινή από το φως της σελήνης και έβλεπε κανείς από μέσα τα πάντα καθαρώτατα. Βλέπομε τότε (6) εξ άτομα να κατεβαίνουν προς την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου και να προχωρούν προς τη βρύσην "Παληό Πηγάδι". Είχαν φάγει πολύ- όπως μας έλεγον την επομένην ημέραν οι συνοδοί των - και ήθελον κρύο νερό να σβύσουν την δίψαν των, την οποίαν, σημειωτέον, επηύξανε και η ζέστη του θέρους. Οι ίδιοι οι συνοδοί, περιγράφοντας τους ληστάς, μας έλεγον ότι οι δύο έφερον γένεια και μακρυά μαλλιά και είχον κρεμασμένας εις το στήθος των σειράς από φλουριά και χρυσάς λίρας, οι δε δύο άλλοι είχον κεκαλυμμένα τα πρόσωπά των με μανδήλια.
΄Οταν επέστρεφον από την βρύσην οι λησταί ηρώτησαν τον Παύλον. "Εσύ είσαι κτίστης και ασφαλώς έχεις λοστό. Πρέπει αμέσως να μας το φέρεις. Θα τον χρησιμοποιήσωμε δια να παραβιάσωμε και ανοίξωμε την οπισθίαν θύραν της οικίας, η οποία με το πρώτο πάτημα του λοστού θα τιναχθεί εις τον αέρα και θα ανοίξωμε". Ο Παύλος έφερεν αντίρρησιν και τους έλεγεν ότι "το σπίτι αυτό εγώ το ξέρω καλά δεν πατιέται. Είναι φρούριο. ΄Ασε ύστερα ότι οι Παπανικολαίοι έχουν γερά όπλα και θα αντισταθούν. ΄Υστερα ο Βαγγέλης είναι παλληκάρι". Οι λησταί από τας πληροφορίας αυτάς του Παύλου, ωσάν να εθύμωσαν και με οργήν του απήντησαν. "Εσύ θα κάνης ότι σου διατάζουμε. Πήγαινε τώρα γρήγορα και φέρε το λοστό".
Τους συνοδούς των αυτούς οι λησταί είχον επιστρατεύσει τυχαίως, όπως μας ωμολόγησαν αργότερα οι συγχωριανοί μας συνοδοί των ληστών. Τον μεν Στέργιον τον συνήντησαν εις τα "Κολοβάδικα αλώνια" των ώραν κατά την οποίαν μετέβαινεν εις τα πρόβατά του, τα οποία διενυκτέρευον εις το ύπαιθρον, και τον διέταξαν να τους ακολουθήση, τον δε Παύλον τον εύρον έξω από την οικίαν του και τον διέταξαν επίσης να τους ακολουθήση δια να τους οδηγήση και τους δείξη την οικίαν των Παπανικολαίων. Ο Παύλος αφού τους ακολούθησεν επ΄ολίγον, τους εγκατέλειψε και ήρχισε να τρέχη, αλλ΄έπεσεν οπισθοχωρών, τον αντελήφθησαν τότε και όταν τον συνέλαβον τον εκτύπησαν με τον υποκόπανον του όπλου των, προκαλέσαντες εις αυτόν φρικτούς πόνους εις τας χείρας του. Εις την άρνησιν τώρα του Παύλου ότι δεν έχει λοστόν τον ηπείλησαν ότι θα του σπάσουν τα πόδια και πλευρά εάν δεν φέρει τον λοστόν του, ή λοστόν άλλου κτίστου. Επειδή δεν του είχον εμπιστοσύνην ύστερα από την όλην συμπεριφοράν του και τας αντιρρήσεις του, τον ηκολούθησαν όλοι έως της οικίας του δια να εύρη λοστόν και να τον φέρη δια να τον χρησιμοποιήσουν δια την παραβίασιν της θύρας της οικίας των Παπανικολαίων.
Ημείς από μέσα από τα παράθυρά μας -χωρίς να φαινώμεθα απ΄έξω- ως από παρατηρητήρια, εβλέπομεν καθαρά τας κινήσεις των και τώρα την επάνοδόν των εις το αλώνιόν μας. Εστάθμευσαν όλοι εις το αλώνιον, όπου επανέλαβαν δια την επιτυχίαν του σκοπού των τον τρόπον εφαρμογής των σχεδίων των, ήτοι: της παραβιάσεως της οπισθίας μικράς θύρας της οικίας, της εισόδου των εν συνεχεία και της συλλήψεως ενός των Παπανικολαίων διά την είσπραξιν λύτρων κ.λ.π.
Εις εκτέλεσιν του καταστρωθέντος άνω σχεδίου των, ενετάλησαν οι δύο εκ των ληστών, οι οποίοι είχον τας κεφαλάς των κεκαλυμμένας, να παραμείνουν, εν επιφυλακή, ο εις εις την βορειοανατολικήν γωνίαν του παντοπωλείου και ο έτερος εις τον προ της κυρίας εισόδου της αυλής χώρον. Οι δε έτεροι δύο λησταί ομού με τους δύο συνοδούς των συγχωριανούς μας ήλθον δια του βορείως της οικίας κοινοτικού δρόμου και εν συνεχεία διά του δυτικού διαδρόμου της οικίας εις τον προ της οπισθίας θύρας χώρον. Ετοποθέτησαν τους φέροντας τον λοστόν δύο συνοδούς προ της θύρας με την εντολήν να αρχίσουν να πιέζουν με τον λοστόν την θύραν, όταν θα τους έδιδον το σχετικόν παράγγελμα. Παραπλεύρως από τους συνοδούς και προς μεν τα αριστερά εστάθη ο αρχηγός της συμμορίας προς δε τα δεξιά ο έτερος των ληστών.
Αρχικώς εκτύπησαν την θύραν δια να ανοίξωμεν. "Ποιός είναι ερωτά ο θείος μου και τι θέλετε τέτοια ώρα;" -΄Εναν από σας θέλομε., απαντούν με οργή. Επεμβαίνει ο πατήρ μου ο από χαρακτήρος ήρεμος, διαλλακτικός και ανεξίκακος και με ήπιον και μελλίχιον τρόπον προσπαθεί να κατευνάση τα πνεύματα και επιτύχη κάποιαν συνδιαλλαγήν και τάδε λέγει: " Τι θέλετε, βρε παιδιά, πες μας να σας δώσουμε. Σας παρακαλώ μη φωνάζετε. ΄Εχομε παιδιά μικρά και θα τρομάξουν"
Οι λησταί, επειγόμενοι να εκτελεσθούν τα ταχύτερον τα σχέδιά των, επαναλάμβανον απειλητικώτατα και με αγριότητα φωνής: "΄Εναν από σας θέλομε και γρήγορα". "Αυτό δεν γίνεται, απαντά εν θυμώ ο θείος μου. "Η ανοίγετε ή θα σας ρίξωμε χειροβομβίδες και θα σας κάψωμεν όλους. Εμπρός πατήστε την πόρτα με τον λοστό" διατάζουν τους συνοδούς των. Αυτοί πιέζουν την θύραν με τον λοστόν, αλλά όχι με πολλήν δύναμιν. Η θύρα ανεβοκατεβαίνει και τρίζει. Η μητέρα μου, ως άλλη Σουλιώτισα, δια να εμποδίση την παραβίασιν (άνοιγμα της θύρας) σπεύδει και τοποθετεί την πλάτην της εις την θύραν και στηρίζει τας χείρας της εις τους δύο τοίχους του κουφώματος αυτής.
Οι λησταί εξοργίζονται, διότι δεν ανοίγωμεν και δεν εκτελείται η διαταγή τους να εξέλθη κάποιος από τους άνδρας και απειλούν μεγαλόφωνα και αγρίως: "Ανοίχτεεε. Θα σας κάψωμε όλους. Τώρα θα ιδήτεεε".
Ο θείος μου τότε εξηγριώθη από τας απειλάς των και φωνάζει δυνατά εις την μητέρα μου. "Τραβηχθήτε. Φεύγει η μητέρα μου από την θύραν και αμέσως ο θείος μου πυροβολεί. Η σφαίρα τύπου ταμ-ταμ ευρίσκει τον σιδηρούν σύρτην πάχους 3 εκατοστών, ανοίγει οπήν, διαπερνά την θύραν και ανασηκώνει τας πλάκας της στέγης του απέναντι σταύλου του γείτονος Χρ. Χαριζόπουλου και δημιουργεί πανδαιμόνιον.
Ευτυχώς με την προσταγήν αυτήν του θείου μου "τραβηχθήτε, κατενόησαν οι συνοδοί ότι θα επυροβόλει ο Βαγγέλης και απεμακρύνθησαν από το κέντρον της θύρας και απέφυγον ούτω την σφαίραν, η οποία διήλθε δια μέσου του δημιουργηθέντος, κατόπιν της άνω μετατοπίσεως των συνοδών, κενού χώρου.
Τον πρώτο πυροβολισμόν επηκολούθησε, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος. Οι έξω της θύρας λησταί ήρχισαν αμέσως να απαντούν πυροβολούντες πότε την θύραν, αλλά πλαγίως και προς τον άνω αυτής φεγγίτην και πότε το παράθυρον της δυτικής πλευράς της κάτω κάμαρας. Οι δε εις το αλώνιον και προ της κυρίας εισόδου της αυλής λησταί επυροβόλουν συνεχώς εις τα έμπροσθεν παράθυρα της οικίας.
Ο θείος μου Βαγγέλης συνεχίζει να πυροβολή και αι σφαίραι ταμ-ταμ με τα κτυπήματά των επί της απέναντι στέγης του σταύλου και με την θραύσιν των πλακών της και ανασήκωμα των τεμαχίων των εδημιούργον κρότον και τρόμον εις βαθμόν να πανικοβληθούν οι λησταί και από τον φόβον των, το οποίον επέτεινε, κατά καλήν συγκυρίαν, και το άκουσμα ήχου σφυρίκτρας τύπου χωροφυλακής, την οποίαν εχρησιμοποίησεν ο συγχωριανός μας διδάσκαλος Βασίλειος Γερασόπουλος, να εγκαταλείψουν ακόμη και την γκλίτσαν των με ξυλόγλυπτον διάκοσμον καλλιτεχνώτατα γεγλυμμένον και με τινας λίρας προσηρμοσμένας επί της χειρολαβής της. Εις την αποχώρησίν των αυτήν συνέβαλεν όχι ολίγον και ο ήχος της άνω σφυρίκτρας ομοίας με εκείνας τας οποίας χρησιμοποιούν τα καταδιωκτικά αποσπάσματα χωροφυλακής.
΄Οταν μετ΄ ανταλλαγήν πυκνών πυροβολισμών εγκατέλειψαν την οπισθίαν θύραν οι δύο λησταί και αποχωρούντες έτρεχον από το δυτικοβορεινόν μέρος της οικίας μας κατεύθυνσιν προς το αλώνιον και εκκλησίαν, ο θείος μου Βαγγέλης, ο οποίος είχε ανεβή εις την βεράνταν της οικίας αλλ΄ακόμη εφοβείτο το άνοιγμα της θύρας από τους υπολοίπους ληστάς, οι οποίοι δεν εφάνησαν να είχον αποχωρήσει, επυροβόλει από την βεράνταν προς την οπισθίαν θύραν. Αι σφαίραι όμως εύρισκον τον τοίχον και τα πίπτοντα σοβαδίσματα εδημιούργον πυνκήν σκόνιν και καπνόν εις τον χώρον της κλίμακος. την στιγμήν εκείνην ο αδελφός μου Χρήστος, ενώ ανέβαινε την κλίμακα, άνωθεν της κεφαλής του διήλθεν μία σφαίρα. Ευτυχώς όμως δεν τον επλήγωσε. Ο βόμβος όμως αυτής και η σκόνη από την πτώσιν του ασβεστοτοίχου και ο καπνός ίσως τον εζάλισαν και ετρόμαξον φαίνεται και τον έκανον να φωνάξη από φόβον. Ημείς τότε εφοβήθημεν μήπως επληγώθη. Μέχρις ότου όμως διαπιστωθή μέσα εις τον πυκνόν σκότος της νυκτός ότι δεν είχε πάθει τίποτα είδομεν και επάθομεν. Από τον δεύτερον όροφον και την βεράνταν απ΄ όπου εβλέπομεν καθαρά τους δύο ληστάς να τρέχουν προς την εκκλησίαν ο Βαγγέλης ημπορούσε και να σκοτώση ακόμη ληστήν τινα, αλλά δεν το επεδίωξε, διότι εγνώριζεν ότι οι λησταί είναι εκδικητικοί και θα ήθελον να πάρουν το αίμα των οπίσω.
Από την μάχην αυτήν είχεν αναστατωθή και ολόκληρον το χωρίον μας από τους ηχηρούς πυροβολισμούς, οι οποίοι ηκούσθησαν εις όλα τα πέριξ χωρία Καλλονήν, Δίλοφον, Τρίκορφον. Ο Ευάγγελος Παπαδόπουλος (Τσιάλης) με το όπλον του - τύπου γκρα- ήρχισε να πυροβολή από το παράθυρον της οικίας του. Οι λησταί εκ του μακρόθεν του απαντούν πυροβολούντες. ΄Αλλοι συγχωριανοί μας εξήλθον των οικιών των και εφώναζον βοήθεια! βοήθεια!.
Ο Σταθμάρχης Χωρ/κής Καλλονής με τους υπ΄αυτόν χωροφύλακας -επειδή το Δασύλλιον υπήγετο εις την δικαιοδοσίαν του- είχεν εξέλθει του οικήματος του Σταθμού και είχον ανέλθει εις την κορυφήν του λόφου, όπου το εξωκκλήσιον του Προφήτου Ηλιού Καλλονής, απ΄όπου ητένιζον το Δασύλλιον και ενώ ήκουον τους πυροβολισμούς οι οποίοι εσυνεχίζοντο ριπτόμενοι μέχρι της ανατολής του ηλίου της 24.8.28, αυτοί δεν προέβαινον εις καμμίαν ενέργειαν δι΄εξακρίβωσιν της αιτίας, ήτις τους προεκάλει, ούτε δια καταστολήν και κατάπαυσίν των.
Την επομένη ημέραν, όταν εγνώσθη εις όλα τα γειτονικά χωρία ότι θρυσυτάτη ληστρική επίθεσις κατά των εν Δασυλλίω Αδελφών Παπανικολάου απεκρούσθη ηρωϊκώς υπ΄αυτών, κατέφθασεν εις το Δασύλλιον ο Διοικητής Χωρ/κής Πολυνερίου Αλεξίου με ικανήν δύναμιν χωροφυλάκων. Αφού συνεχάρη τον πατέρα μου και περισσότερον τον θείον μου Βαγγέλην δια τον ηρωϊσμόν των τον οποίον επέδειξαν και κατετρόπωσαν τους ληστάς, ημπόδισε να πραγματοποιήσουν την απόφασίν των, την οποίαν πατήρ και θείος μου είχον λάβει να εγκαταλείψουν το Δασύλλιον και να μετοικήσουν εις την Θεσ/κην.
"Δεν σας επιτρέπω να φύγετε" εφώναζε δυνατά ο Διοικητής Χωρ/κής. "Θα παραμείνετε εις το Δασύλλιον και εγώ εγγυώμαι την προσωπικήν ασφάλειάν σας , ως και της μελών της οικογενείας σας". "Από σήμερον δύο άνδρες Χωρ/κής θα παραμένουν μονίμως εν Δασυλλίω δια την ασφάλειάν σας και του χωρίου σας".
Αμέσως διέταξε να προσαχθούν ενώπιόν του οι δύο συνοδοί των ληστών συγχωριανοί μας και ήρχισεν ανακρίσεις. Μετά το πέρας των ανακρίσεων ηρώτισεν τον πατέρα και θείον μου εάν έχωμεν υπονοίας κατά των συνοδών, ή εάν θεωρούμεν ενόχους τούτους δια την συμμετοχήν των εις την εις βάρος των Παπανικολαίων επίθεσιν των ληστών. Τόσον ο πατήρ μου όσον και ο θείος μου, απέκλησαν ομοφώνως οιανδήποτε ενοχήν των συγχωριανών μας συνοδών των ληστών δια την εις την ληστρικήν κατά της οικογενείας των επίθεσιν, συμμετοχήν των, η οποία εάν έλαβε χώραν, έγινε πάντως παρά την θέλησίν των.
Ο αυτός Διοικητής εζήτησεν επίσης να πληροφορηθεί εάν οι κτηνοτρόφοι του χωριού μας ετροφοδότουν και τροφοδοτούν και υπέθαλπον ή υποθάλπουν τους ληστάς και εάν επιθυμούμεν τον εκτοπισμόν των. Αμφότεροι πατήρ και θείος μου με μίαν φωνήν απέκρουσαν μίαν τοιαύτην εις βάρος των συγχωριανών μας κτηνοτρόφων υπόνοιαν, κατηγορίαν και παρεκάλεσαν τον Διοικητήν να σταματήση πάσαν ενέργειάν του σχέσιν έχουσαν με τυχόν εκτοπισμόν τούτων εκ του χωρίου μας.
Την παράκλησιν αυτήν των Αδελφών Παπανικολάου με πολλήν στεναχωρίαν απεδέχθη ο Διοικητής, διότι εγνώριζε και από άλλας ανακρίσεις, τας οποίας είχε διενεργήσει επί άλλων κρουσμάτων ληστείας, ως και από πληροφορίας, ας είχεν αρυσθή από άλλας αξιοπίστους, κατ΄αυτόν πηγάς, ότι η ληστρική δράσις, η οποία είχεν ενταθή και καταστή ενδημική εις την περιοχήν του, δεν ήτο εύκολον και δυνατόν να διατηρηθή, εάν εξέλιπον οι τροφοδόται των ληστών κτηνοτρόφοι.
Κατά την γνώμην του, ήν εστήριξεν εις τα εκ των άνω ανακρίσεων και πληροφοριών συμπεράσματά του, εις ά είχε καταλήξει, η οριστική εξόντωσις των ληστρικών συμμοριών από την περιοχήν του μόνον με ένα ευρύν εκτοπισμόν όλων, ή τουλάχιστον των υπόπτων κτηνοτρόφων και κυρίως των ενόχων από τα χωρία των, θα επιτυγχάνετο. Ούτω θα απηλλάσσσετο η περιοχή από τα κρούσματα ληστείας, τα οποία είχον εξεγείρει την αγανάκτησιν των φιλησύχων κατοίκων και θα εμπεδούτο η διασαλευθείσα δημοσία τάξις και ασφάλεια εις όλην την περιφέρειαν.
΄Ενα άλλο συμπέρασμα, εις ο είχε καταλήξει ο Διοικητής ήτο και το εξής: Η κατοτρόπωσις των ληστών υπό των Παπανικολαίων και η βαρεία ήττα, ήν υπέστησαν κατά την επίθεσίν των οι λησταί, ενώ εμείωσαν το έως τότε υψηλόν των γόητρον και ημαύρωσαν τον θρύλον ότι οι λησταί ήσαν άτρωτοι και αήττητοι, ανεπτέρωσε τα μέγιστα το ηθικόν των κατοίκων, εις την συνείδησιν των οποίων πλέον εδημιουργήθη η πεποίθησις ότι οι λησταί δεν ήσαν τόσον ισχυροί και αήττητοι, όσον ήθελον να τους παρουσιάσουν αι υπέρ αυτών φήμαι και διαδόσεις αι οποίαι ευρέως εκυκλοφόρουν.
Δια αυτό εκτός από τα συγχαρητήριά του ο Διοικητής Αλεξίου, τα οποία, άμα τη αφίξει του, εν Δασυλλίω εξέφρασε προς τους αδελφούς Παπανικολάου δια την ηρωϊκήν στάσιν των έναντι της εις βάρος των θρασυτάτης ληστρικής επιθέσεως κατά την εκ Δασυλλίω αναχώρησίν του εθεώρησε καθήκον του να εκδηλώση δημοσία και τας ευχαριστίας του, διότι με την ηρωϊκήν απόκρουσιν της άνω επιθέσεως προσέφερον μεγίστην υπηρεσίαν προς ολόκληρον την επαρχίαν και την Πατρίδα γενικώτερον, αλλά και ειδικότερον προς την Χωρ/κήν, της οποίας το έργον από της ημέρας εκείνης και εις το εξής θα ήτο, κατ΄αυτόν, περισσότερον εύκολον και αποτελεσματικόν δια την καταδίωξιν και εξόντωσιν των ληστών, οι οποίοι μέχρι τότε εκυριάρχουν επί της περιοχής, ελήστευον και ηπείλουν τους πάντας.
Οι λησταί οι οποίοι, καθ΄ομολογίαν του συνοδού των Παύλου, ήσαν απολύτως βέβαιοι ότι θα παρεβίαζον άνευ αντιστάσεως την οπισθίαν μικράν θύραν της οικίας μας και θα συνελάμβανον αμαχητί ως όμηρον ένα μέλος της οικογενείας Παπανικολάου και θα απήτουν, όσα λύτρα ήθελον, δια την απόλυσίν του, εξεπλάγησαν από την ανδρικήν και γενναίαν στάσιν, την οποίαν ετήρησαν οι Παπανικολαίοι κατά την εις βάρος των επίθεσιν.
Μίαν τόσον ανδρικήν και γενναίαν μέχρις ηρωϊσμού αντίστασιν, ήν προέβαλον κατά την συναφθείσαν ως άνω μάχην, ουδόλως οι λησταί επερίμενον, παρ΄όλον ότι και ο συνοδός των Παύλος, ο οποίος αψηφών τον κίνδυνον να κακοποιηθή από τους ληστάς έσπευσε να τους προειδοποιήση και ενημερώση πλήρως περί του θέματος τούτου.
Ούτω ο συνοδός των Παύλος εδικαιώθη πανηγυρικώς εις τας προβλέψεις του, όταν με κίνδυνον της σωματικής του ακεραιότητος και της ζωής του ακόμη, δεν εδειλίασε να τους τονίση. "Τον Βαγγέλη Παπανικολάου γνωρίζω καλά. Είναι παλληκάρι. Εις την σχεδιαζομένην παραβίασιν της θύρας θα πολεμήση και θα αντισταθή" όπως εμπράκτως και το απέδειξε.
Την είδησιν της επιτυχούς υπό των εν Δασυλλίω Αδελφών Παπανικολάου αποκρούσεως της θρασυτάτης εις βάρος των αυτής ληστρικής επιθέσεως, ανέγραψαν την μεθεπομένην όλαι σχεδόν αι εφημερίδες Θεσ/νίκης ακόμη και τινες των Αθηνών. ΄Ολοι ανεξαιρέτως εξήρουν τον ηρωΪσμόν όν επέδειξαν οι Παπανικολαίοι κατά την μετά των ληστών συναφθείσαν μάχην, με συνέπειαν να γνωσθή η κατά των ληστών νίκη ανά το πανελλήνιον και να αναθαρρήση το κοινόν εκ του τρόμου και φόβου από τον οποίον κατείχετο από τα μέχρι τότε δημοσιευθέντα ως λαβόντα χώραν κρούσματα ληστείας και από τα οποία -εξ όσων γνωρίζομεν- κανέν δεν είχεν αποκρουσθή με επιτυχίαν και χωρίς απώλειαν τινα δια τους προσβληθέντας, αλλά και με ολοσχερή ήτταν και καταισχύνην δια τους ληστάς.
Προς μόρφωσιν πληρεστέρας γνώμης περί της κατά την εποχήν εκείνην κρατούσης εντόνου και ευρείας ληστρικής δράσεως εκ της οποίας ο κόσμος της υπαίθρου είχε καταληφθή από φόβον και τρόμον, αξίζει να μνημονευθή και η κατ΄Αύγουστον 1928 λαβούσα χώρα παρά τα Ιωάννινα αιχμαλωσία υπό της συμμορίας Κουρσαίων του πρώην Υπουργού Α. Μυλωνά και βουλευτού Α. Μελά υποψηφίων κατά τας τότε διενεργουμένας βουλευτικάς εκλογάς και των οποίων η απόλυσις επετεύχθη κατόπιν της καταβολής λύτρων της τάξεως των 5 εκατομμυρίων δραχμών.
Προς πάταξιν και καταστολήν της ληστείας, η οποία ελυμαίνετο την ύπαιθρον, η Πολιτεία, κατόπιν και του εις βάρος των άνω πολιτευτών ληστρικού κρούσματος, ηναγκάσθη να λάβη αυστηρότατα νομοθετικά και στρατιωτικά μέτρα, συνεπεία των οποίων ήρχισαν συν τω χρόνω να περιορίζωνται τα κρούσματα ληστείας και η ληστεία μετά πάροδον χρόνου τινός να εκλείψη οριστικώς.